καταβροχθίζω

καταβροχθίζω
καταβροχθίζω
gulp down
pres subj act 1st sg
καταβροχθίζω
gulp down
pres ind act 1st sg
καταβροχθίζω
gulp down
pres subj act 1st sg
καταβροχθίζω
gulp down
pres ind act 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • καταβροχθίζω — καταβροχθίζω, καταβρόχθισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καταβροχθίζω — (AM καταβροχθίζω) κατατρώω, καταπίνω λαίμαργα (α. «καταβροχθίζει τα ψάρια ωμά σαν τον γλάρο» β. «ἤνυστρον βοὸς καὶ κοιλίαν ὑείαν καταβροχθίσας», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + βροχθίζω «καταπίνω, τρώγω» (< βρόχθος «λαιμός»)] …   Dictionary of Greek

  • καταβροχθίζω — καταβρόχθισα, καταβροχθίστηκα, καταβροχθισμένος, καταπίνω την τροφή με λαιμαργία, κατατρώγω: Καταβρόχθισαν τα φαγητά σε λίγα λεπτά της ώρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταβροχθίζει — καταβροχθίζω gulp down pres ind mp 2nd sg καταβροχθίζω gulp down pres ind act 3rd sg καταβροχθίζω gulp down pres ind mp 2nd sg καταβροχθίζω gulp down pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβροχθίζοντι — καταβροχθίζω gulp down pres part act masc/neut dat sg καταβροχθίζω gulp down pres ind act 3rd pl (doric) καταβροχθίζω gulp down pres part act masc/neut dat sg καταβροχθίζω gulp down pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβροχθίσαι — καταβροχθίζω gulp down aor inf act καταβροχθίσαῑ , καταβροχθίζω gulp down aor opt act 3rd sg καταβροχθίζω gulp down aor inf act καταβροχθίσαῑ , καταβροχθίζω gulp down aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβροχθίσησθε — καταβροχθίζω gulp down aor subj mid 2nd pl καταβροχθίζω gulp down aor subj act 2nd pl (epic) καταβροχθίζω gulp down aor subj mid 2nd pl καταβροχθίζω gulp down aor subj act 2nd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβροχθισθέντες — καταβροχθίζω gulp down aor part pass masc nom/voc pl καταβροχθίζω gulp down aor part pass masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβροχθίζειν — καταβροχθίζω gulp down pres inf act (attic epic) καταβροχθίζω gulp down pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβροχθίζεται — καταβροχθίζω gulp down pres ind mp 3rd sg καταβροχθίζω gulp down pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”